διακλήρωσις

διακλήρ-ωσις, εως, ,
A allotment, apportionment, App.BC1.14, Iamb.Myst.2.3.
2 perh. f.l. for ἀποκλήρωσις, Porph.Abst.1.41.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διακλήρωσις — allotment fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακληρώσει — διακλήρωσις allotment fem nom/voc/acc dual (attic epic) διακληρώσεϊ , διακλήρωσις allotment fem dat sg (epic) διακλήρωσις allotment fem dat sg (attic ionic) διακληρόω assign by lot aor subj act 3rd sg (epic) διακληρόω assign by lot fut ind mid… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακληρώσεις — διακλήρωσις allotment fem nom/voc pl (attic epic) διακλήρωσις allotment fem nom/acc pl (attic) διακληρόω assign by lot aor subj act 2nd sg (epic) διακληρόω assign by lot fut ind act 2nd sg διακληρόω assign by lot aor subj act 2nd sg (epic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακλήρωσιν — διακλήρωσις allotment fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακλήρωση — η (AM διακλήρωσις, εως) [διακληρώ] διαίρεση και διανομή κτήματος σε κλήρους αρχ. 1. το ρίξιμο τών κλήρων 2. η τύχη …   Dictionary of Greek

  • διακληρώσεων — διακληρώσεω̆ν , διακλήρωσις allotment fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακληρώσεως — διακληρώσεω̆ς , διακλήρωσις allotment fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.